Μάικλ Άλμπερτ, Διεθνές Αντι-Εξουσιαστικό Φεστιβάλ, Αθήνα, 20090528
Aνταπόκριση από την Δέσποινα Παπαγεωργίου
Για τα κινήματα και τις ελλείψεις της Αριστεράς
Γιατί οι πολλοί που πλήττονται από τον καπιταλισμό δεν κινητοποιούνται για να τον ανατρέψουν; Γιατί η Αριστερά, αν και ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος που καταφέρεται εναντίον του συστήματος, δεν καταφέρνει να συσπειρώσει τον κόσμο γύρω της για να πραγματοποιήσει τη μεγάλη ανατροπή; Οι πολίτες τελούν εν υπνώσει; Αν όχι, τι άλλο μπορεί να συμβαίνει;
Κατά τον Μάικλ Άλμπερτ, οι πολίτες δεν είναι μειωμένης αντίληψης. Γνωρίζουν ότι το σύστημα βρομάει από παντού. Απλώς τους έχουν πείσει ότι ο καπιταλισμός είναι νομοτέλεια, μονόδρομος· εν τέλει, ότι είναι το καλύτερο που μπορούν να έχουν σε αυτή τη ζωή. Και αυτή η πεποίθηση αποτελεί τη λυδία λίθο του συστήματος. Οι πολίτες κοιτούν με καχυποψία, ίσως κάποτε και με αίσθηση λύπησης –σαν να αντικρίζουν τον Δον Κιχώτη- εκείνον που τους καλεί να συστρατευτούν μαζί του για να αλλάξουν τον κόσμο. Είναι σαν να τους ζητά να συστρατευτούν σε έναν αγώνα για να αποτρέψουν τη γήρανση.
Και τι πράττει η Αριστερά γι’ αυτό; Γράφει βιβλία, που, αν τα στοιβάζαμε, θα έφθαναν μέχρι το φεγγάρι, διηγούμενη, σε μια ατέρμονη επανάληψη, πόσο σάπιο είναι το σύστημα. Αυτό το γνωρίζουν οι πολίτες, λέει ο Άλμπερτ. Εκείνο που δεν γνωρίζουν είναι ποια είναι η εναλλακτική. Για την πραγμάτωση ποιου οράματος να αποτολμήσουν να αγωνιστούν. Και αυτό το όραμα, καθώς και τη στρατηγική για την επίτευξή του, οφείλει να τους παρέχει η Αριστερά. Δεν το κάνει. Ποιος θα εγκαταλείψει την –όποια– βολή του για έναν στόχο τόσο θολό, που καν δεν διακρίνεται;
Οι άνθρωποι σήμερα «τη βγάζουν καθαρή», προστατεύοντας το μυαλό τους από προβληματισμούς για την χυδαία διάχυτη έλλειψη δικαιοσύνης. Γιατί να διακινδυνεύσουν τη μακαριότητά τους για να κυνηγούν, όπως θεωρούν, ανεμόμυλους;
Ο Άμπερτ δεν άφησε έξω από την (αυτο)κριτική του και την «ταξική υπεροψία» της Αριστεράς. Η Αριστερά, είπε, έχει οργανωθεί σε κλειστές ομάδες, οι οποίες αρέσκονται στο να ανταλλάσουν απόψεις, μέσα στον κλειστό τους κύκλο, σε μια ατέρμονη ναρκισσιστική και ελιτίστικη συνάμα συμπεριφορά. Αντιμετωπίζουν με υπεροψία οτιδήποτε με το οποίο ασχολείται στην καθημερινότητά του ένας εργαζόμενος άνθρωπος, από το να παρακολουθεί τα αθλητικά μέχρι το να τρώει στα Μακ Ντόναλντς – τα οποία δεν διαφέρουν από καμία άλλη επιχείρηση πέραν του ότι έχουν φθηνό φαγητό, άρα απευθύνονται στη χαμηλή οικονομικά τάξη. Η Αριστερά επίσης ειρωνεύεται τον πολύ κόσμο επειδή είναι θρησκευόμενος, Κι έπειτα από όλα αυτά, αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους.
Η Αριστερά γράφει τα βιβλία της σε διανοουμενίστικη γλώσσα. Εάν πίστευε ότι πρέπει να μοιραστεί τις ιδέες της με τους πολλούς, θα εκλαΐκευε τη γλώσσα της.
Εάν η Αριστερά πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, δεν θα διεπόταν από την ανασφάλεια της ανακύκλωσης των ιδεών της στον κλειστό της κύκλο. Θα δήλωνε παρούσα σε μέρη που συχνάζει ο πολύς κόσμος –στα γήπεδα, στα μπαρ που ονομάζει «του συρμού»- και θα συνδιαλεγόταν με τους ανθρώπους, προσπαθώντας να τους μεταλαμπαδεύσει το όραμα. Αλλά, επειδή δεν διαθέτει σαφείς στόχους και στρατηγική και δεν πιστεύει και η ίδια ότι μπορεί να νικήσει, αποφεύγει να παρουσιάσει τα επιχειρήματά της εκεί όπου φοβάται ότι θα βρουν στέρφο έδαφος. Ένας οδηγός ταξί υπερασπίζεται το άθλημα που αγαπά καλύτερα από ό,τι εμείς τα κινήματά μας, λέει ο Άλμπερτ.
Τα κακά νέα είναι ότι η Αριστερά δεν έχει κάνει ό,τι μπορεί να κάνει. Τα καλά νέα είναι ότι η Αριστερά δεν έχει κάνει ό,τι μπορεί να κάνει. Γιατί αν το κάνει, λέει ο Άλμπερτ, μπορεί να επιτύχει αυτό που οι πολλοί θεωρούν ακατόρθωτο: να συσπειρώσει τον κόσμο γύρω της και να ανατρέψει το σύστημα.
Δεκέμβρης ’08 – Μάης ’68: Ιστορίες παράλληλες
Και ο ελληνικός Δεκέμβρης; Τι ήταν; Ένα όμορφο πυροτέχνημα, που όσο ξαφνικά φώτισε τον ουρανό, άλλο τόσο ξαφνικά έσβησε; Γιατί βιώσαμε την εξέγερση του Δεκέμβρη; Και γιατί επιστρέψαμε, σαν λοβοτομημένοι, στη συντηρητική καθημερινότητα μας, η οποία ίσως έκτοτε έγινε ακόμα πιο συντηρητική;
Ο ελληνικός Δεκέμβρης του ’08 ξύπνησε μνήμες του γαλλικού Μάη του ’68, λέει ο Άλμπερτ. Όσο «ξαφνικά» ξέσπασαν και τα δύο, άλλο τόσο ξαφνικά έσβησαν. Και στις δύο περιπτώσεις, δόθηκε μια αφορμή που επέτρεψε στη συσσωρευμένη από καιρό οργή να ξεσπάσει. Και ήταν τόσο εκρηκτικό και ενθουσιώδες το ξέσπασμα, που το ωστικό κύμα του συμπαρέσυρε πολλούς. Και ο δυναμισμός έφερε τη μαζικότητα. Και τότε γεννήθηκε η ελπίδα. Και η όσμωση της επανάστασης. Και τότε πιστέψαμε ότι κάτι μπορούσε πραγματικά να αλλάξει.
Και περνούσαν οι ημέρες και οι εβδομάδες. Το κίνημα καταλάμβανε τους δρόμους και τους αναβάπτιζε σε επαναστατικά μονοπάτια. Συνεχιζόταν με ένταση και αποφασιστικότητα. Όμως υπήρχαν δύο βασικές ελλείψεις. Έλλειψη οργάνωσης και έλλειψη σχεδίου – οργάνωση και σχέδιο έπρεπε να έχουν χτιστεί μεθοδικά τις προηγούμενες μια-δύο δεκαετίες. Και όσοι αυτοχρίστηκαν εν μία νυκτί επαναστάτες άρχισαν να αναρωτιούνται: «Αν νικήσουμε, τι; Τι θα γίνει μετά» Μπροστά το χάος, μέσα, ο φόβος. Όταν πηγαίνεις στο αεροδρόμιο και δεν γνωρίζεις που θέλεις να πας, μπορεί να καταλήξεις σε μέρος κάθε άλλο παρά ειδυλλιακό.
Η έλλειψη οργάνωσης έφερε και τη βία. Η καταφυγή στη βία άρχισε να ενεργοποιεί τα συντηρητικά αντανακλαστικά μιας ήδη συντηρητικής κοινωνίας. Και το κίνημα, αντί να μαζικοποιείται περισσότερο, άρχισε να χάνει υποστηρικτές.
Αν υπήρχε οργάνωση, ταυτόχρονα με τις διαδηλώσεις, θα γίνονταν ενέργειες που θα υποδήλωναν ότι αυτό το κίνημα μπορεί όντως να αλλάξει την κοινωνία (π.χ. κολλεκτίβες στις γειτονιές). Έτσι η ελπίδα θα οδηγούσε στην πράξη που με τη σειρά της θα ανατροφοδοτούσε την ελπίδα, η οποία θα οδηγούσε σε περισσότερη πράξη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Αυτή είναι, κατά τον Άλμπερτ, η κρυμμένη ιστορία του ελληνικού Δεκέμβρη.
Περί βίας
Για τη βία ο Άλμπερτ πιστεύει ότι υπάρχουν πολύ λίγες περιπτώσεις που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η βία χρησιμοποιείται, όχι μόνο όταν οι άνθρωποι είναι πολύ τεμπέληδες για να οργανωθούν –όπως είχε πει ο Ζιν- αλλά και επειδή φοβούνται πολύ να οργανωθούν. Δεν χρησιμοποιείς βία για να αλλάξεις το σύστημα, γιατί το σύστημα εύχεται να κληθεί να απαντήσει στη βία, τομέα στον οποίο διατηρεί συντριπτικό πλεονέκτημα. Η κρατική μηχανή μπορεί να συνθλίψει στο λεπτό μια διαδήλωση, ένα κίνημα, με την πανίσχυρη αστυνομική και στρατιωτική της δύναμη. Πρέπει να βρεις πιο έξυπνους τρόπους να πολεμήσεις. Και οι αστυνομικοί δεν είναι ο εχθρός. Είναι απλώς εργαζόμενοι άνθρωποι. Θες να κάνεις κάτι ριζοσπαστικό; Ρωτά ο Άλμπερτ. Και απαντά: Κατατάξου στην αστυνομία και άλλαξέ την…
>>
Michael Albert, University of Fine Arts, Athens, 20090528
Report by Despoina Papageorgiou
On social movements and the flaws of the Left
Why the great majority that suffers under capitalism does not mobilise for change? Why the Left, which preaches against the system, cannot become o pole for social change and it cannot massively mobilise people? Are the citizens ignorant of harsh reality? If not, what else could be happening?
According to Michael Albert, people are no idiots. They know that the system stinks. They just have been persuaded that this is deterministic, that there is no alternative; that, finally, this is the best they could have, at least at this life. And this belief is the cornerstone of capitalism. People are suspicious, they even sometimes feel pity –like talking to Don Kihotis- towards somebody who would invite them to join him and change the world – as if he was suggesting a fight for stopping ageing.
And what does the Left do about this? It writes books –which they would construct a pile reaching moon- analysing in an endless repetition, how rotten the system is. But that people know, Albert says. What they don’t know is the alternative. The vision they are called to fight for. And this vision, as well as the strategy needed for its realisation, the Left haw the responsibility to provide. But it doesn’t do so. Who, then, is going to distort hiw/her “comfortable” life for a vision so blared that it maybe is non-existent?
People go along by avoiding incite to injustice. Why risk their “hapiness” to tilt at windmills?
Albert, in his (self)critisism, included what he called arrogance of the Left. The Left has organised in in-groups, in which their members like to discuss their ideas – something narcissistic and elitist. They are arrogant toward things that working people do, from watching the sports to eating in Mc Donalds – which only differ from other business in that they provide cheap food, which mainly working class consumes. Leftists say that religious people are idiots. And then we are wondering why we cannot communicate with them.
The Left writes in a language for intellectuals. If it believed that its ideas should be shared by everybody, they would come out in a communicative language.
If the Left believed that it can change the world, it wouldn’t circulate left ideas in an in-circle. Leftists would go to places that working people go –stadiums, football bars etc- and they would discuss with them, trying to communicate the vision. But the Left does not have a concrete vision and a strategy to realise it. So it avoids presenting its arguments where it believes they would be rejected. A taxi driver defends his favorite sport in a better way than we defend out movements, says Albert.
The bad news is that the Left doesn’t do what it can. The good news is that the Left doesn’t do everything it can. Because, if it does, Albert says, it could achieve what most people think unrealisable: mobilise people and revert the system.
December ’08 (Greece)– May ’68 (France): Parallel stories
What about the Greek December uprising? What was it? A beautiful firework which faded out as suddenly as it lightened the sky? Why did Greeks lived this uprising? And then returned, like been lobotomised, to their conservative reality, which from that point on became even more conservative?
The Greek December uprising awakened memories of May 1968 in France, says Albert. In both cases, the uprising sparked “suddenly” and faded out “suddenly”. In both cases, the uprising was sparked by an accidental incident. And the outbreak was so enthusiastic that its wave embraced many. The great momentum turned the outbreak into a massive movement. Hope was born. Revolution was in the air. And people believed that something could really change.
Days and weeks were gone by. The movement walked the road of the revolution. It had strength and dynamism. But it had two vital flaws: lack of organisation and lack of a plan – organisation and plan should have matured the two preceding decades. And the wanna be revolutionaries started wondering: “What if we win? What will we do then?” Chaos and fear. When you go to the airport and you don’t really know where you want to go, you may land someplace you don’t like.
Lack of organisation brought violence. Because of violence, the movement started losing supporters. If the movement was organised, there would be no violence. We would also have more activity which would persuade people that this movement can really change society. Hope would generate activity, activity would sustain hope, which would breed then more activity. But something like that didn’t happen.
This is, according to Albert the hidden story behind the Greek December uprising.
On violence
Albert believes that there are very few cases in which violence cannot be avoided. Violence is used not only when people are too lazy too organise –as Howard Zinn said- but also when people are afraid to organise. You don’t use violence to revert the system, because the system prays that it would be “obliged” to use violence, where it has a great advantage. The police and the army can easily crash a demonstration or a movement by using violence. You have to find smarter ways to fight.
Cops are not the enemy. They are just working people. Would you like to do something really radical? Albert asks. And he answers: Go join the police and change it.









